Η μεγάλη ζήτηση και αγωνία των Υποψηφίων για την μορφή των θεμάτων Εξετάσεων των Κατατακτηρίων Εξετάσεων αποτέλεσε ένα σημαντικό λόγο ώστε να σχεδιάσουμε μία νέα σειρά άρθρων όπου θα παρουσιάζουμε ενδεικτικές απαντήσεις σε θέματα Εξετάσεων παλαιότερων ετών. Τα άρθρα αυτά δεν έχουν εκπαιδευτική στόχευση , καθώς γνωρίζουμε απόλυτα ότι η σωστή προετοιμασία που φέρνει την επιτυχία δεν μπορεί να περιορίζεται σε θέματα εξετάσεων.
ΦΡΟΝΤΙΣΤΗΡΙΟ ΚΑΤΑΤΑΚΤΗΡΙΕΣ ΕΞΕΤΑΣΕΙΣ ΨΥΧΟΛΟΓΙΑΣ ΑΠΘ
ΘΕΜΑΤΑ ΚΑΙ ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΕΣ ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ 2023- 2024
Μάθημα Κατατακτηρίων Ψυχολογίας ΑΠΘ : Μεθοδολογία της Έρευνας 2023
Επιλογή δείγματος με τυχαίο τρόπο και δημιουργία δύο ομάδων για την μελέτη της ποιότητας ύπνου, σύμφωνα με τις ώρες που κοιμούνται και τις αφυπνίσεις το βράδυ. στην πρώτη ομάδα κάνουν συστηματικά μια ώρα γυμναστική τη μέρα για δυο μήνες και στη δεύτερη κανένα πρόγραμμα γυμναστικής. Τα αποτελέσματα δεν έδειξαν καμία διαφορά στις δύο ομάδες για την ποιότητα ύπνου.
Α. Ποιο πείραμα ακολουθήθηκε;
✅Πείραμα ανεξάρτητων ομάδων, δηλαδή πειραματικό σχέδιο δύο ομάδων (ομάδα ελέγχου και πειραματική ομάδα), που στην πειραματική ομάδα εισάγεται η ανεξάρτητη μεταβλητή και γίνεται σύγκριση της επίδρασής της με την εξαρτημένη μεταβλητή της ομάδας ελέγχου
✅Η πειραματική ομάδα κάνει γυμναστική για δύο μήνες. Η ομάδα ελέγχου δεν κάνει κανένα πρόγραμμα γυμναστικής
✅Η σύγκριση των δύο ομάδων δείχνει αν η γυμναστική επηρεάζει την ποιότητα ύπνου
Β. Κάντε την ερευνητική υπόθεση
✅Ερευνητική υπόθεση είναι η πρόβλεψη που γίνεται για την ύπαρξη σχέσης ανάμεσα στην εξαρτημένη μεταβλητή και την ανεξάρτητη μεταβλητή
✅Η συστηματική καθημερινή γυμναστική για δύο μήνες θα βελτιώσει την ποιότητα ύπνου (ώρες ύπνου και λιγότερες αφυπνίσεις κατά τη διάρκεια της νύχτας) σε σχέση με όσους δεν ασκούνται.
Γ. Ποια/ποες είναι η/οι εξαρτημένη μεταβλητή-ες;
✅Εξαρτημένη είναι η μεταβλητή που δέχεται επίδραση από την ανεξάρτητη
✅Ποιότητα ύπνου, η οποία μπορεί να μετρηθεί μέσω: των ωρών συνεχούς ύπνου, του αριθμού αφυπνίσεων τη νύχτα.
Δ. Ποια/ποιες ανεξάρτητη μεταβλητή-ες υπάρχουν;
✅Ανεξάρτητη μεταβλητή είναι αυτή που χειρίζεται και εισάγει ο ερευνητής και προκαλεί αλλαγές στην εξαρτημένη
✅Καθημερινή γυμναστική — δηλαδή, αν οι συμμετέχοντες ασκούνται ή όχι
Επίπεδο 1: Συστηματική γυμναστική (1 ώρα/ημέρα, 2 μήνες)
Επίπεδο 2: Καμία γυμναστική (ομάδα ελέγχου)
Ε. Μεταβλητές οι οποίες θα μπορούσαν να απειλήσουν την εσωτερική εγκυρότητα της έρευνας
✅Πρόκειται για παράγοντες που μπορεί να επηρεάσουν τα αποτελέσματα χωρίς να αυτή η επιρροή να προκύπτει από την ανεξάρτητη μεταβλητή-γυμναστική
Συγκεκριμένα, μπορεί να είναι:
✅Διαφορές στην αρχική κατάσταση (προϋπάρχουσα ποιότητα ύπνου)- ατομικές διαφορές Αν τα άτομα της ομάδας ελέγχου είχαν εξαρχής καλύτερο ή χειρότερο ύπνο. Χρειάζεται προ-τεστ για έλεγχο αρχικών διαφορών.
✅Απώλειες συμμετεχόντων: Αν κάποιοι εγκατέλειψαν το πρόγραμμα, η σύνθεση των ομάδων αλλάζει- επηρεάζεται η αντιπροσωπευτικότητα του δείγματος
✅ Οι συμμετέχοντες μπορεί να αλλάζουν συμπεριφορά επειδή ξέρουν ότι παρακολουθούνται (φαινόμενο Hawthorne).
✅ Οι ερευνητές μπορεί να επηρεάζουν άθελά τους τα αποτελέσματα.
✅Το εργαλείο μέτρησης της ποιότητας ύπνου μπορεί να μην δίνει αξιόπιστα αποτελέσματα.
✅Μπορεί να υπάρχει πρόβλημα με την αρχική επιλογή των συμμετεχόντων, με αποτέλεσμα το δείγμα να μην είναι κατάλληλο ή να υπάρχουν μεγάλες ατομικές διαφορές.
✅Μπορεί να υπάρχει επίδραση της ωρίμανσης, των αλλαγών που παρατηρούνται δηλαδή στους συμμετέχοντες με την πάροδο του χρόνου, με αποτέλεσμα αυτές να προκαλούν αλλαγές στην εξαρτημένη μεταβλητή.
✅Τέλος, παράγοντας μπορεί να είναι η μόλυνση, όταν δηλαδή η μια ομάδα ενημερώνει την άλλη σχετικά με την διαδικασία του πειράματος, με αποτέλεσμα η συμπεριφορά της δεύτερης ομάδας να αλλάζει και σε αυτό να οφείλονται οι διαφορές στην εξαρτημένη μεταβλητή.
ΘΕΜΑΤΑ ΚΑΤΑΤΑΚΤΗΡΙΩΝ 2024
Για τον έλεγχο της βελτίωσης γενικών γνωστικών επιδόσεων με την εξάσκηση της εργαζόμενης μνήμης σε μεσήλικες (35-64 ετών) εργαζόμενους γραμματειακής υποστήριξης σε τράπεζα, έγινε πείραμα στο οποίο χρησιμοποιήθηκε δείγμα 160 ατόμων (80 άνδρες και 80 γυναίκες) διαφορετικού μορφωτικού επιπέδου, χωρισμένο σε 4 ομάδες κατά Solomon.
1. Πως θα γίνει η αξιολόγηση των ομάδων κατά Solomon;
☑️ Η αξιολόγηση βασίζεται στη σύγκριση των προ- και μετ' επέμβασης μετρήσεων . Το σχέδιο Solomon έχει 4 ομάδες: Ομάδα A: προ-τεστ → παρέμβαση → post-test, Ομάδα B: προ-τεστ → καμία παρέμβαση (έλεγχος) → post-test, Ομάδα C: παρέμβαση → post-test (χωρίς προ-τεστ) και Ομάδα D: κανένας χειρισμός → post-test (μη-προ-τεστ έλεγχος).=
☑️ Για την αξιολόγηση συγκρίνουμε τα post-test των ομάδων που έλαβαν την παρέμβαση με τα post-test των ομάδων ελέγχου. Μπορούμε να ελέγξουμε την επίδραση του προ-τεστ, συγκρίνοντας την μια ομάδα στην οποία υπάρχει και την άλλη ομάδα στην οποία δεν υπάρχει και αν βρεθούν διαφορές στο post-test, συμπεραίνουμε ότι υπάρχει επίδραση του προ-τεστ. Μπορεί επίσης να γίνει έλεγχος αλληλεπίδρασης προ-τεστ με την παρέμβαση, στον οποίο συγκρίνουμε την επίδραση της παρέμβασης στις προ-τεστ ομάδες και στις μη-προ-τεστ ομάδες. Αν βρεθεί διαφορά σημαίνει ότι υπάρχει αλληλεπίδραση (δηλ. το προ-τεστ αλλοίωσε την επίδραση). Επιπλέον χρησιμοποιούμε τις προ-μετρήσεις (όπου υπάρχουν) για να ελέγξουμε την ισοδυναμία αρχικών επιπέδων.
2. Πως θα χωριστούν οι ομάδες κατά Solomon και γιατί;
☑️ Θα έχουμε 4 ομάδες × 40 άτομα/ομάδα. (έτσι αποφεύγουμε πολύ μικρά δείγματα ανά ομάδα και διατηρούμε στατιστική ισχύ).
☑️ Εφόσον υπάρχουν 80 άνδρες/80 γυναίκες και διαφορετικά μορφωτικά επίπεδα, προτείνεται στρωματοποιημένη τυχαιοποίηση ώστε κάθε ομάδα να είναι ισορροπημένη ως προς: το φύλο (π.χ. 20 άνδρες + 20 γυναίκες ανά ομάδα) και το μορφωτικό επίπεδο (διαμοιράζοντας αναλογικά τα επίπεδα μόρφωσης σε κάθε ομάδα). Αυτό μειώνει την πιθανότητα συγχύσεων λόγω φύλου ή εκπαίδευσης, γιατί εξασφαλίζει ότι οι 4 ομάδες είναι ισοζυγισμένες στα κρίσιμα δημογραφικά χαρακτηριστικά, άρα οποιαδήποτε διαφορά στα post-test είναι πιο αξιόπιστα απόρροια της παρέμβασης και όχι των διαφορών φύλου/μόρφωσης.
☑️ Τυχαία κατανομή: Ομάδα 1: Προ-τεστ + εξάσκηση + μετα-τεστ, Ομάδα 2: Προ-τεστ + χωρίς εξάσκηση + μετα-τεστ , Ομάδα 3: Χωρίς προ-τεστ + εξάσκηση + μετα-τεστ, Ομάδα 4: Χωρίς προ-τεστ + χωρίς εξάσκηση + μετα-τεστ .
3. Πως θα φανεί από τις επιδόσεις η εσωτερική εγκυρότητα;
☑️ Η εσωτερική εγκυρότητα αξιολογείται από τη συνέπεια των μοτίβων αποτελεσμάτων που αποκλείουν εναλλακτικές εξηγήσεις. Η εσωτερική εγκυρότητα σημαίνει ότι η παρατηρούμενη διαφορά στις επιδόσεις (π.χ. στη γνωστική βελτίωση) οφείλεται στην πειραματική μεταβλητή — δηλαδή, στην εξάσκηση της εργαζόμενης μνήμης — και όχι σε άλλους παράγοντες, όπως το προ-τεστ ή οι προσδοκίες
☑️ Θα φανεί μέσα από τον έλεγχο της επίδρασης του προ-τεστ, καθώς αν οι επιδόσεις στο μετα-τεστ δεν διαφέρουν σημαντικά ανάμεσα στην Ομάδα 1 (με προ-τεστ) και στην Ομάδα 3 (χωρίς προ-τεστ), τότε συμπεραίνουμε ότι το προ-τεστ δεν επηρέασε τις επιδόσεις. Αυτό σημαίνει υψηλή εσωτερική εγκυρότητα, αφού η βελτίωση δεν οφείλεται στο ότι οι συμμετέχοντες είχαν ξαναδεί τις δοκιμασίες
☑️ Θα φανεί επίσης μέσα από έλεγχο της πραγματικής επίδρασης της εξάσκησης, καθώς αν οι επιδόσεις στο μετα-τεστ των ομάδων 1 και 3 (με εξάσκηση) είναι σημαντικά υψηλότερες από των ομάδων 2 και 4 (χωρίς εξάσκηση), τότε η διαφορά αποδίδεται στην παρέμβαση και όχι σε άλλους παράγοντες. Αυτό δείχνει ότι η εξάσκηση της εργαζόμενης μνήμης προκαλεί πραγματική βελτίωση — άρα το πείραμα έχει αιτιώδη εγκυρότητα και ισχυρή εσωτερική εγκυρότητα
☑️ Αντίθετα αν παρατηρηθεί ότι οι ομάδες με προ-τεστ (1 και 2) έχουν καλύτερες επιδόσεις στο μετα-τεστ από ομάδες χωρίς προ-τεστ (3 και 4), ακόμη και χωρίς εξάσκηση, τότε το προ-τεστ έχει επηρεάσει τα αποτελέσματα (π.χ. οι συμμετέχοντες «έμαθαν» από την πρώτη μέτρηση). Αυτό μειώνει την εσωτερική εγκυρότητα, γιατί η διαφορά στις επιδόσεις δεν οφείλεται μόνο στην εξάσκηση, αλλά και στο γεγονός ότι κάποιοι είχαν προηγούμενη εμπειρία με το τεστ
4.Τα αποτελέσματα θα ελεγχθούν με ένα τεστ γνωστικής αποτυχίας (The Cognitive Failures Questionnaire of Broadbent). Ποιο είδος ή (είδη) αξιοπιστίας θα xρησιμοποιήσουμε; Αναφέρετε ονομαστικά
☑️ Για ένα ερωτηματολόγιο σαν το CFQ οι σημαντικότερες μορφές αξιοπιστίας που θα εκτιμήσουμε είναι η αξιοπιστία εσωτερικής συνέπειας με τον δείκτη Cronbach’s α που δείχνει πόσο συνεπή μεταξύ τους είναι τα στοιχεία της κλίμακας . Μπορούμε επίσης να εκτιμήσουμε την αξιοπιστία επαναληπτικής μέτρησης, η οποία δείχνει την σταθερότητα των μετρήσεων στον χρόνο.
Μάθημα Κατατακτηρίων Ψυχολογίας ΑΠΘ : Αναπτυξιακή Ψυχολογίας 2023
Αντιπαραβάλετε σύμφωνα με την θεωρία της κοινωνικής μάθησης και την γνωστική προσέγγιση την απόκτηση ταυτότητας φύλου
✔️ Η ταυτότητα φύλου αναφέρεται στην αντίληψη του εαυτού ως αγοριού ή κοριτσιού. Ξεκινά να αναπτύσσεται ήδη από την ηλικία των 2-3 ετών που τα αγόρια και τα κορίτσια αποκτούν την τάση να δείχνουν συμπεριφορές που δείχνουν καθαρά το φύλο τους. Στην διάρκεια της πρώτης παιδικής ηλικίας η απόκτησή της εξελίσσεται πιο έντονα. Η απόκτηση της ταυτότητας φύλου μπορεί να ερμηνευθεί με βάση την θεωρία της κοινωνικής μάθησης και την γνωστική προσέγγιση. Η θεωρία της κοινωνικής μάθησης υποστηρίζει ότι η ταύτιση επιτυγχάνεται μέσα από 2 διεργασίες, την μίμηση προτύπου, κατά την οποία τα παιδιά παρατηρούν και μιμούνται τους άλλους και την διαφοροποιημένη ενίσχυση, κατά την οποία τα παιδιά επιβραβεύονται όταν ακολουθούν συγκεκριμένους τύπους συμπεριφορών. Έτσι, τα παιδιά μιμούνται τα πρότυπα συμπεριφοράς ατόμων του ίδιου φύλου και λαμβάνουν ενίσχυση κάθε φορά που συμπεριφέρονται με τρόπο που ταιριάζει στο φύλο τους. Βασίζονται σε συνομηλίκους, αδέλφια και σε ενήλικες στο περιβάλλον τους καθώς και στα στερεότυπα του ρόλου του φύλου που μεταδίδονται στον πολιτισμό μέσω της τηλεόρασης και άλλων μέσων ενημέρωσης
✔️ Αντίθετα η γνωστική προσέγγιση εστιάζει στα σχήματα φύλου και στον τρόπο που αυτά αξιοποιούνται από τα παιδιά για την απόκτηση της ταυτότητας φύλου. Σε αντίθεση με την θεωρία της κοινωνικής μάθησης που τονίζει την άμεση επιρροή του περιβάλλοντος στην απόκτηση ταυτότητας φύλου, η γνωστική προσέγγιση υποστηρίζει ότι το περιβάλλον επηρεάζει έμμεσα την κατανόηση της έννοιας του φύλου, μέσω των γνωστικών δομών. Οι γνωστικές αυτές δομές, τα σχήματα διαμορφώνουν τον τρόπο με τον οποίο το παιδί επιλέγει και θυμάται πληροφορίες από το περιβάλλον και το καθοδηγούν να ενεργεί με τρόπους που ο πολιτισμός θεωρεί κατάλληλους για το φύλο του. Τα παιδιά διαμορφώνουν σχήματα φύλου για τα αντικείμενα, τους ανθρώπους αλλά και για γεγονότα και ρουτίνες. Ανακαλύπτουν μέσω αυτών πώς να ταξινομούν ανθρώπους και αντικείμενα ως προς το φύλο και οι πληροφορίες για το φύλο γίνονται μέρος σεναρίων που διαμορφώνουν και εφαρμόζουν
✔️ Τα σχήματα αυτά χαρακτηρίζονται από μεγάλη ακαμψία, σύμφωνα με τον Kohlberg, γιατί σχετίζονται με τις εσφαλμένες αντιλήψεις των παιδιών σχετικά με την εξήγηση και την προέλευση των διαφορών φύλου. Τις αποδίδουν κυρίως σε διαφορές στην εμφάνιση και στη συμπεριφορά. Επομένως, πιστεύει ένα κορίτσι ότι αν θέλει μπορεί να γίνει αγόρι, φορώντας αντίστοιχα ρούχα και παίζοντας μπάλα. Επίσης, αναπτύσσονται νωρίτερα στη ζωή από τη σταθερότητα του φύλου, που εμφανίζεται στην ηλικία 4-5 ετών και παρουσιάζει τη σύνδεση του φύλου με βιολογικά χαρακτηριστικά και άρα τη μονιμότητά του. Οι γνωστικοί ψυχολόγοι κάνουν λόγο για την αυτο-κοινωνικοποίηση, τα προσωπικά κίνητρα που έχουν τα παιδιά για την απόκτηση στοιχείων και συμπεριφορών σχετικών με το φύλο τους. Έτσι, οδηγούνται στις άκαμπτες αντιλήψεις για τα φύλα και τους ρόλους τους, τα οποία επηρεάζουν την προσοχή και τη μάθησή τους, καθώς τα παιδιά τείνουν να συσχετίζουν στερεοτυπικές ενέργειες με το αντίστοιχο φύλο, ακόμη και αν σε βίντεο έχουν δει το αντίθετο, πχ, στο βίντεο κορίτσια κόβουν ξύλα και τα παιδιά όταν το ανακαλούν στη μνήμη τους αποδίδουν την ενέργεια σε αγόρια
ΘΕΜΑΤΑ ΚΑΤΑΤΑΚΤΗΡΙΩΝ 2024
Να αναφερθείτε στην έννοια της ιδιοσυγκρασίας και της σταθερότητάς της, καθώς και στους βασικούς τύπους ιδιοσυγκρασίας και στις διαστάσεις της σύμφωνα με τα αποτελέσματα ερευνητικών μελετών
☑️ Ιδιοσυγκρασία είναι ο ατομικός τρόπος απόκρισης στο περιβάλλον που φαίνεται να είναι συνεπής σε όλες τις καταστάσεις μέσα στον χρόνο. Η ιδιοσυγκρασία περιλαμβάνει χαρακτηριστικά όπως το επίπεδο δραστηριότητας, η ένταση των αντιδράσεων, η ευκολία αναστάτωσης, οι χαρακτηριστικές αντιδράσεις σε νέα δεδομένα και η κοινωνικότητα. Οι Thomas και Chess πραγματοποίησαν διαχρονικές μελέτες για την ιδιοσυγκρασία και τον ρόλο της στην ανάπτυξη. Άρχισαν τη μελέτη τους πραγματοποιώντας δομημένες κλινικές συνεντεύξεις με τους γονείς παιδιών λίγο μετά τη γέννησή τους. Ρώτησαν τους γονείς για θέματα όπως πώς αντέδρασε το παιδί στο πρώτο του μπάνιο, στη βρεγμένη πάνα, στη δοκιμή της στερεάς τροφής. Καθώς τα παιδιά μεγάλωναν οι συνεντεύξεις αυτές συμπληρώνονταν από συνεντεύξεις με τους δασκάλους και την αξιολόγηση των ίδιων των παιδιών. Από τα δεδομένα τους ταυτοποίησαν 9 βασικά χαρακτηριστικά της ιδιοσυγκρασίας: επίπεδο ενεργητικότητας, ρυθμικότητα, προσέγγιση-απόσυρση, ικανότητα προσαρμογής, ουδός ανταπόκρισης, ένταση αντίδρασης, ποιότητα διάθεσης, περισπασμός και εύρος προσοχής. Αφού βαθμολόγησαν τα παιδιά, βρήκαν ότι τα περισσότερα μπορούσαν να ταξινομηθούν σε μια από τρεις ευρείες κατηγορίες ιδιοσυγκρασίας. Πρώτα υπάρχουν τα εύκολα βρέφη που είναι παιχνιδιάρικα, τακτικά σε βιολογικές λειτουργίες και προσαρμόζονται γρήγορα σε νέες καταστάσεις. Υπάρχουν τα δύσκολα βρέφη που είναι ακατάστατα σε βιολογικές λειτουργίες, ευερέθιστα και συχνά αντιδρούν έντονα και αρνητικά σε νέες καταστάσεις ή προσπαθούν να αποσυρθούν από αυτές. Τέλος υπάρχουν τα βρέφη που αργούν να πάρουν μπρος τα οποία έχουν χαμηλό επίπεδο δραστηριότητας και ήπιες αντιδράσεις συνήθως. Έχουν την τάση να αποσύρονται από νέες καταστάσεις, αλλά με ήπιο τρόπο και χρειάζονται περισσότερο χρόνο από τα εύκολα βρέφη να προσαρμοστούν στην αλλαγή.
Ωστόσο υπάρχουν και άλλοι ερευνητές οι οποίοι προσπάθησαν να δημιουργήσουν μια πιο εκλεπτυσμένη ομάδα τύπων ιδιοσυγκρασίας. Η Mary Rothbart και οι συνεργάτες της δημιούργησαν ένα ερωτηματολόγιο για τη συμπεριφορά των παιδιών και ζητήθηκε από τους γονείς να απαντήσουν πόσο ίσχυε κάθε ερώτηση για το παιδί τους κατά την διάρκεια των τελευταίων 6 μηνών. Τα αποτελέσματα αποκάλυψαν 3 διαστάσεις ιδιοσυγκρασίας: τον έλεγχο με προσπάθεια, που αναφέρεται στον έλεγχο αυτών στα οποία το παιδί εστιάζει την προσοχή του και αυτών στα οποία αντιδρά, περιλαμβάνοντας τον έλεγχο προσοχής, τον ανασταλτικό έλεγχο, την αντιληπτική ευαισθησία, την χαμηλής έντασης ευχαρίστηση, το αρνητικό θυμικό που αφορά το εύρος αρνητικών συναισθημάτων, όπως ματαίωση, φόβος, δυσφορία, λύπη και την ικανότητα κατευνασμού και την εξωστρέφεια, την προθυμία και ευχαρίστηση με την οποία αλληλοεπιδρά κάποιος με ανθρώπους και συμμετέχει σε κοινωνικές δραστηριότητες, περιλαμβάνοντας την παρορμητικότητα, την θετική προσμονή, την υψηλής έντασης ευχαρίστηση.
Η ιδιοσυγκρασία έχει βάση σε βιολογικούς παράγοντες, γεγονός που επιβεβαιώνει την σταθερότητά της. Ωστόσο εντοπίζονται εθνοτικές και εθνικές διαφορές στα χαρακτηριστικά της ιδιοσυγκρασίας. Πέρα από την εξέταση του βαθμού έμφυτης σταθερότητας της ιδιοσυγκρασίας έγιναν προσπάθειες να προσδιοριστεί το αν ορισμένα προβλήματα προσαρμογής στην παιδική ή εφηβική ηλικία μπορεί να σχετίζονται με την ιδιοσυγκρασία στη βρεφική ηλικία. Διάφορες διαστάσεις της πρώιμης ιδιοσυγκρασίας που αντανακλούν φόβο, απόσυρση και έλλειψη προσαρμοστικότητας έδειξαν να συνδέονται με μεταγενέστερα προβλήματα άγχους, κατάθλιψης και κοινωνικής απόσυρσης.
